Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εξωτερική Πολιτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εξωτερική Πολιτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

08 Μαΐου 2011

Eπείγουσα η ανάγκη ενός πανεθνικού στρατηγικού δόγματος

Mε τις μεγάλες γεωπολιτικές ανατροπές που επισυμβαίνουν τώρα στην ανατολική Μεσόγειο, με αιχμή την ενέργεια, προβάλλει επιτακτική η ανάγκη να αποκτήσει η Ελλάδα επιτέλους ένα ισχυρό, σύγχρονο και ρεαλιστικό στρατηγικό δόγμα.
Γράφει ο  Σταύρος Καρκαλέτσης *

Ένα δόγμα που θα ξεφεύγει από τα παθογενή άγκιστρα του μικροελλαδικού αθηναισμού και θα έχει πανεθνικό παρονομαστή. Ένα δόγμα που θα ορίζει πλαίσια και κόκκινες γραμμές, και που θα υπηρετείται από μια εξωτερική πολιτική που θα αγωνίζεται πραγματικά για τα εθνικά συμφέροντα. Ένα δόγμα που μπορεί να διαθέτει σήμερα η Βουλγαρία ή ακόμη και η Αλβανία, δεν διαθέτει όμως η Ελλάδα.

Η εξωτερική πολιτική της χώρας κινείται, δεκαετίες τώρα, μεταξύ μυστικής διπλωματίας και αυτοσχεδιασμού. Ακριβώς γιατί λείπει το εργαλείο που λέγεται  «εθνικό στρατηγικό δόγμα», το εργαλείο που θα εξορθολογίσει επιτέλους την πορεία μας, αποβάλλοντας τα διαχρονικά σύνδρομα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής: κατευνασμός, τουρκοφοβία, ιδεοληψίες, μη ρεαλιστικές προσεγγίσεις, έλλειψη πολυσχιδούς πολιτικής.

Το σημερινό Status στην Ευρωπαϊκή συλλογική ασφάλεια

Η γεωγραφική θέση της Ελλάδος και της Κύπρου μεταξύ Ευρώπης, Ασίας και Αφρικής, παρέχει αυξημένες δυνατότητες στον έλεγχο ζωτικών χερσαίων, θαλάσσιων και εναέριων γραμμών συγκοινωνιών σε μια ευρεία αλλά και άκρως ευαίσθητη περιοχή, όπου νέες γεωπολιτικές πραγματικότητες βρίσκονται σε εξέλιξη.

Τα πιθανολογούμενα εκτεταμένα κοιτάσματα φυσικού αερίου και πετρελαίου στην μεταξύ Ρόδου και Ισραήλ, είναι αυτά που μας κάνουν να μιλούμε για νέες πραγματικότητες, για μείζονες ανατροπές στην Αν. Μεσόγειο.

Από την μία, είναι το σημερινό κυρίαρχο πλαίσιο του ΝΑΤΟ το οποίο, όλο και πιο παγκοσμιοποιημένο, ρέπει προς υποκατάσταση του ρόλου του ΟΗΕ. Υπάρχει στην εξίσωση το «κλειδί» που λέγεται Τουρκία και που το ΝΑΤΟ δεν θέλει (ή και αδυνατεί πλέον) να ελέγξει, ως προς τον αναθεωρητισμό που διέπει τη χώρα αυτή. Η συσσωρευμένη πικρή πείρα δεκαετιών για την Ελλάδα, έχει κάνει αποδεκτή σε ολόκληρο σχεδόν το φάσμα του ελληνικού πολιτικού κόσμου, την γενική άποψη πως από τον «ποντιοπιλατισμό» του ΝΑΤΟ τα ελληνικά δίκαια σε Αιγαίο και Κύπρο, σαφώς επηρεάζονται αρνητικά. Διότι η στρατηγική επιλογή της Ουάσινγκτον στην περιοχή, παραμένει η Τουρκία, παρά τις όποιες «ασυμφωνίες χαρακτήρα». Οι ΗΠΑ εξακολουθούν να εμφανίζονται απρόθυμες να δυσαρεστήσουν την Άγκυρα, ιδίως σήμερα που φοβούνται στροφή της προς ανατολάς.

Το ΝΑΤΟ δηλαδή εξακολουθεί να θεωρεί την Τουρκία πολυτιμότερη από την Ελλάδα, ακόμη και μετά τη ρήξη της με το Ισραήλ. Αυτή η αδυναμία όμως για ενδο-συμμαχική ηρεμία και ασφάλεια, πλήττει την αξιοπιστία του ΝΑΤΟ διεθνώς, και τραυματίζει το κύρος του. Διότι εύλογα κάποιος θα ρωτούσε: Πως μπορεί το ΝΑΤΟ να προσφέρει μια αποτελεσματική λύση στην ευρωπαϊκή και διεθνή ασφάλεια, όταν δεν μπορεί να το πετύχει μέσα στους κόλπους του και ανάμεσα στα ίδια τα κράτη-μέλη του;

Δεύτερος πόλος διαμόρφωσης ενός πλαισίου συλλογικής ασφάλειας, είναι η ευρωκεντρική προσέγγιση, με κύριους εκφραστές τις παραδοσιακές χερσαίες δυνάμεις ισχύος Γερμανία και Γαλλία. Η πρώτη παραμένει ο στυλοβάτης του ευρώ και της όποιας ευρωπαϊκής προοπτικής, υπό την δική της προφανώς ηγεμονία, οικονομική και όχι μόνο. Η δε Γαλλία, επιχειρεί μια δυναμική γεωστρατηγική «επιστροφή» στη Μεσόγειο για να ισοσκελίσει τις φιλοδοξίες του Βερολίνου.

Η ΚΕΠΠΑ, η οποία παραμένει ατελής και ανολοκλήρωτη, αναδεικνύει βεβαίως μια διάθεση της Ε.Ε. (πρωτίστως Γερμανίας και Γαλλίας) να διαδραματίσει ενισχυμένο ρόλο στα διεθνή ζητήματα. Θα ήταν όμως εκτός πραγματικότητας να υποστηριχθεί πως η Ε.Ε. διαθέτει επάρκεια σε μια αμυντική πολιτική που παραμένει ατελής. Η Ελλάδα το βίωσε αυτό στην κρίση των Ιμίων, αλλά και σε άλλα ζητήματα, όπως το κυπριακό.

Όπως και να έχει, Αθήνα και Λευκωσία έχουν συμφέρον να  «ακουμπήσουν» έστω σε μια ανολοκλήρωτη ΚΕΠΠΑ, σε μια άτολμη Ε.Ε., οικονομικά και γεωστρατηγικά. Πάντα σε ρεαλιστική βάση και δίχως ψευδαισθήσεις. Σε απλά ελληνικά, Αθήνα και Λευκωσία οφείλουν να στηρίξουν ενεργά δράσεις και πολιτικές που θα συνδράμουν μια νέα αρχιτεκτονική ασφαλείας, παράλληλα όμως οφείλουν να φροντίζουν και από μόνες τους και με ίδια μέσα για την εθνική τους ασφάλεια.

Ο τρίτος και πλέον πρόσφατος πόλος, ως προς τη διαμόρφωση πλαισίου διαλόγου για μια πανευρωπαική στρατηγική συλλογικής ασφάλειας, συγκροτείται από τις προτάσεις της Μόσχας για μια νέα αρχιτεκτονική στο πεδίο αυτό. Η ρωσική πρόταση χαρακτηρίστηκε ατελής και εμπεριέχει στοιχεία ίσως όχι ρεαλιστικά. Και ας μην ξεχνούμε πως ταυτόχρονα, η πολιτική της Μόσχας έναντι του ΝΑΤΟ θα μπορούσε να χαρακτηριστεί αντιφατική, μια πολιτική δύο μέτρων και δύο σταθμών. Διότι από τη μια η Ρωσία ασκεί για επί μέρους ζητήματα συχνά κριτική στο ΝΑΤΟ, από την άλλη όμως διευρύνει τους τομείς συνεργασίας μαζί του. Η Ρωσία «κάνει παιχνίδι» με το ΝΑΤΟ, αλλά την ίδια ώρα δεν επιτρέπει το ίδιο σε κράτη όπως η Γεωργία, η Ουκρανία ή η Αρμενία.

Εδώ, η Ελλάδα θα μπορούσε να λάβει πρωτοβουλίες. Θα μπορούσε για παράδειγμα, επικαλούμενη και τη διεθνή αστάθεια αλλά κυρίως την αρνητική προς τη σταθερότητα συμπεριφορά της Τουρκίας, να προτείνει ένα καλά προετοιμασμένο συνέδριο κορυφής. To oποίο συνέδριο θα μπορούσε να εκληφθεί ως μια αφετηρία διαλόγου, ως ένα κομβικό σημείο θεμελίωσης-εκκίνησης μιας διαδικασίας, με την υψηλή συμμετοχή όλων των ευρωπαϊκών κρατών, των ΗΠΑ και του Καναδά, των κρατών της πρώην ΕΣΣΔ, του Ισραήλ, ακόμα και της Κίνας. Σταθερό ζητούμενο: Η επίτευξη πλαισίου συλλογικής ασφάλειας για το σύνολο του ευρωατλαντικού και ευρασιατικού χώρου.

Συμπερασματικά η Αθήνα, αλλά και η Λευκωσία, χρειάζονται συμμαχίες, χρειάζονται πλαίσιο ασφάλειας, αφού μόνες τους δεν έχουν σήμερα την ισχύ προς διαχείριση του τουρκικού επεκτατισμού, που αναμένεται να οξυνθεί προς το χειρότερο τα επόμενα χρόνια

Ουσιαστική προσέγγιση ΗΠΑ-Ρωσίας εξυπηρετεί τα ελληνικά Εθνικά συμφέροντα

Εξαιρετικά σημαντικό, ως προς την επίτευξη ενός ρεαλιστικού συστήματος ασφάλειας για ολόκληρη την Ευρώπη και την κατάρτιση ενός ελληνικού εθνικού στρατηγικού δόγματος, θα είναι να επιτύχουν οι ΗΠΑ και η Ρωσία μια διευθέτηση / ευθυγράμμιση των συμφερόντων τους. Αυτό δεν είναι ανέφικτο. Για παράδειγμα, Αμερικανοί και Ρώσοι  έχουν να  αντιμετωπίσουν προκλήσεις ασφάλειας που εκπορεύονται από το ίδιο κέντρο: Την τρομοκρατία του φονταμενταλιστικού Ισλάμ. Η εξόντωση του Οσάμα μπιν Λάντεν πιθανότατα ανακούφισε πολλούς και όχι μόνο την Ουάσινγκτον. Αμερικανοί και Ρώσοι προβληματίζονται, επίσης από κοινού, για τη ραγδαία άνοδο, οικονομικά αλλά και εξοπλιστικά, του κινεζικού γίγαντα.

Είναι προφανές πως μια βαθμιαία και γόνιμη προσέγγιση Ουάσιγκτον και Μόσχας, απέναντι στις πολλές όσο και κοινές απειλές του σήμερα και του αύριο, μειώνει την στρατηγική σημασία της Τουρκίας. Γενικότερα, μια πιο στενή συνεργασία ΝΑΤΟ-ΕΕ-Ρωσίας και η αύξηση της επακόλουθης σταθερότητας, θα ευνοήσουν Ελλάδα και Κύπρο, αφού αυτές δεν θα οφείλουν να «παίρνουν θέση» υπέρ της μίας ή της άλλης πλευράς, σε διενέξεις που δεν συμφέρουν τελικά κανέναν.

Σε μια ρευστή εποχή, όπου οι ΗΠΑ αναζητούν νέους ρόλους, η Κίνα παλεύει να εδραιωθεί ως υπερδύναμη, και η Ρωσία βρίσκεται σε ανοδική τροχιά, φαίνεται πως ωριμάζουν οι συνθήκες για ένα νέο λειτουργικό πλαίσιο στην ευρωπαϊκή ασφάλεια. Και όσο πιο προωθημένη και λειτουργική αποδειχθεί η συλλογική ασφάλεια στην Ευρώπη, τόσο θα ωφεληθούν χώρες υποστηρικτικές της σταθερότητας, όπως η Ελλάδα και η Κύπρος. Εδώ πρέπει να «ακουμπήσει», αναζητώντας ερείσματα, μια πολυσχιδής ελληνική εξωτερική πολιτική, ένα ρεαλιστικό εθνικό στρατηγικό δόγμα.

Πανεθνικό δόγμα- Πανεθνική Στρατηγική

Ελλάδα και Κύπρος πρέπει να επιδείξουν σήμερα εξωστρέφεια, ενεργή βούληση και να αναλάβουν ενδεχομένως και πρωτοβουλίες, αντί απλώς να παρακολουθούν τις μελλοντικές εξελίξεις. Το Αιγαίο και η Κύπρος δεν είναι Ελβετία, ούτε Λουξεμβούργο. Ο Ελληνισμός συνολικά, αντιμετωπίζει παραδοσιακές απειλές που εντείνονται επί ολιστικής βάσης (Τουρκία) αλλά βεβαίως και ασύμμετρες (κυριότερη: ο παράγων λαθρομετανάστευση).

Αθήνα και Λευκωσία πρέπει να παλέψουν επομένως:

- Για την οικονομική, δημογραφική και κοινωνική ισχυροποίησή τους, η οποία προϋποθέτει βεβαίως ανάκαμψη οικονομικά και σε βάθος χρόνου της Ελλάδας.
- Για την οικοδόμηση πανεθνικής στρατηγικής ανάσχεσης του τουρκικού επεκτατισμού, με αιχμή την αποτροπή, δηλαδή ισχυρή κοινή άμυνα, ισχυρές ένοπλες δυνάμεις.
- Για την αποτροπή, πάση θυσία, διχοτομικών τετελεσμένων σε Κύπρο - Αιγαίο.
- Εντός του ΝΑΤΟ (η Ελλάδα) προς άμβλυνση των κενών που αυτό αφήνει σε βάρος της εθνικής μας ασφάλειας.
- Μέσα στην Ε.Ε. αλλά και πανευρωπαϊκά, για πληρέστερη συλλογική ασφάλεια, μέσα από διάλογο στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο.
- Για στρατηγικές προσεγγίσεις και συμμαχίες με χώρες (πχ Γαλλία, Ισραήλ) που έχουν δικά τους συμφέροντα στην ανατολική Μεσόγειο, διαφοροποιημένα από αυτά της Τουρκίας.

Επιμένουμε στην αναζήτηση στρατηγικών συμμαχιών και ισχυρού πλαισίου ευρωπαϊκής ασφάλειας, διότι τα μεγέθη ως προς την διαρκώς ενισχυόμενη Τουρκία, σε λίγα χρόνια θα είναι μη συγκρίσιμα. Το 2025 οι Έλληνες σε Ελλάδα και Κύπρο δεν θα ξεπερνούμε τα 13.000.000, με μόνο 4-5.000.000 εξ’ αυτών νέους και οικονομικά ενεργούς. Την ίδια εποχή η Τουρκία, της οποίας η βιομηχανία προχωρά αλματωδώς, θα αγγίζει τα 100.000.000, με 70.000.000 εξ’ αυτών να είναι νέοι. Αντιλαμβάνεται κανείς τα ζητήματα, όχι πλέον εθνικής ασφάλειας, αλλά εθνικής επιβίωσης που θα προκύψουν για τον Ελληνισμό.

Αυτές τις σύγχρονες ανάγκες και προκλήσεις, οφείλει να συγκεκριμενοποιήσει ένα νέο πανεθνικό στρατηγικό δόγμα. Τι χαρακτηριστικά θα πρέπει να εμπεριέχει αυτό;

- Να είναι πανεθνικό (Ελλάδα-Κύπρος -ελληνικές εθνικές μειονότητες-ομογένεια), μέσα από σταθερό συντονισμό των παραπάνω (π.χ με υιοθέτηση πανεθνικής διάσκεψης σε ετήσια βάση).
- Να ορίζει σαφείς κόκκινες γραμμές (π.χ για το όνομα «Μακεδονία», την επίλυση του κυπριακού κ.ο.κ) στην εξωτερική πολιτική της χώρας. Να είναι δηλαδή «δεσμευτικός οδηγός» για τις ελληνικές κυβερνήσεις, οι οποίες σήμερα πορεύονται αυτοσχεδιάζοντας και στη λογική «βλέποντας και κάνοντας».
- Να δίνει ρεαλιστικές απαντήσεις στο πως π.χ. μπορούν να αντιμετωπιστούν ο τουρκικός επεκτατισμός. Είναι καιρός να εξοβελιστούν συναισθηματισμοί, ιδεοληψίες και αυτιστικά σύνδρομα στην πολιτική Ελλάδας και Κύπρου.
- Να πιστεύει στην αποτροπή και όχι στον κατευνασμό (π.χ επαναφορά δόγματος ενιαίου αμυντικού χώρου, μελέτη προς διακήρυξη ΑΟΖ και έναρξη σχετικής διαδικασίας με Κύπρο, δραστική αντιμετώπιση λαθρομετανάστευσης κ.ο.κ).
- Να είναι επικαιροποιημένο, παρακολουθώντας τις ραγδαίες εξελίξεις (τρέχον παράδειγμα: ενεργειακός πλούτος στην ανατολική Μεσόγειο και κρίση Ισραήλ-Τουρκίας) και προτείνοντας εκμετάλλευσή τους, μέσα από νέες συμμαχίες και πολυμερή/πολυσχιδή διπλωματία.

Ένα τέτοιο πανεθνικό στρατηγικό δόγμα, με πάγιους και αναλλοίωτους τους στρατηγικούς μας στόχους, και ευελιξία/επικαιροποίηση στις τακτικές επιλογές, θα είναι η καλύτερη απάντηση του Ελληνισμού σε όσους τον επιβουλεύονται σήμερα, θα είναι όμως και η ρεαλιστικότερη απάντηση στις γεωστρατηγικές προκλήσεις του σήμερα και του αύριο.

* Αμυντικός αναλυτής, πρόεδρος του ΕΛ.Κ.Ε.Δ.Α.

17 Μαρτίου 2011

Η ΑΟΖ φέρνει πόλεμο;



Η Τουρκία πραγματοποίησε την πρώτη επίσημη «εχθροπραξία» κατά της χώρας μας στο πεδίο μάχης της ΑΟΖ (Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη) επιλέγοντας για μια ακόμη φορά τη χρήση στρατιωτικών μέσων
Με τη χρήση πολεμικού πλοίου, εφάρμοσε για μία ακόμη φορά τη γνωστή της στρατηγική προκειμένου να αμφισβητήσει τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα στην περιοχή του Καστελόριζου, προκαλώντας παράλληλα και την ισραηλινή αντίδραση.

Το ελληνικό Υπουργείο των Εξωτερικών, με καθυστέρηση δύο τουλάχιστον ημερών, έδωσε στη δημοσιότητα όλα τα στοιχεία αναφορικά με την παρενόχληση του ιταλικού ερευνητικού σκάφους OGS-Explora, το οποίο είχε μισθωθεί από την ισραηλινή κυβέρνηση με σκοπό την εκτέλεση βυθομέτρησης εντός της ελληνικής και της κυπριακής ΑΟΖ.

Η Τουρκία αντέδρασε δυναμικά αποστέλλοντας την κορβέτα «Bandirma» (F502), η οποία το Σάββατο 12 Μαρτίου προσέγγισε το ιταλικό σκάφος προειδοποιώντας το να διακόψει τις μετρήσεις και να εγκαταλείψει την περιοχή, ενημερώνοντας ότι βρίσκεται παράνομα (χωρίς άδεια) εντός της τουρκικής ΑΟΖ! Το ιταλικό σκάφος που εκτελούσε τις υποθαλάσσιες έρευνες – μετά το πέρας των οποίων θα ποντιζόταν καλώδιο οπτικών ινών που θα συνέδεε το Ισραήλ με την Ιταλία – είχε ζητήσει και λάβει σχετική άδεια από την Υδρογραφική Υπηρεσία του Πολεμικού Ναυτικού (ΠΝ).

Ο κυβερνήτης του πλοίου ενημέρωσε την αρμόδια εταιρεία με την οποία συνεργαζόταν, καθότι το πλοίο (που δεν είναι πολεμικό) δεν είχε καμία απολύτως σχέση / αρμοδιότητα να επικοινωνήσει με τις ελληνικές αρχές. Η εταιρεία στη συνέχεια ενημέρωσε για το συμβάν την Υδρογραφική Υπηρεσία του ΠΝ, οπότε το θέμα έφθασε στο ΓΕΕΘΑ, πλην όμως τον χειρισμό του ανέλαβε το Υπουργείο των Εξωτερικών.

Το ιταλικό πλοίο διέκοψε τις έρευνες και στη συνέχεια κινήθηκε με τη συνοδεία της τουρκικής κορβέτας εκτός της ελληνικής ΑΟΖ. Όταν εισήλθε στην κυπριακή, η «Bandirma» απομακρύνθηκε, έχοντας ολοκληρώσει την πρώτη καταγεγραμμένη εχθροπραξία, η οποία έληξε με την καταγραφή των τουρκικών διεκδικήσεων. Το ελληνικό ΥΠΕΞ απέκρυψε το γεγονός, προκειμένου να κρατηθούν κατά την πάγια τακτική χαμηλοί τόνοι, μέχρις ότου (άγνωστο πως) υπήρξε διαρροή στην εφημερίδα «Αυγή». Η μη ανακήρυξη ΑΟΖ εκ μέρους της Αθήνας δημιουργεί ένα «ύποπτο κενό» στην περιοχή του Καστελορίζου (βλ. τις αποκαλύψεις Ρολάνδη στο τρέχον τεύχος Μαρτίου του περιοδικού ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΙΣΟΡΡΟΠΙΑ ΚΑΙ ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ τ.13 που κυκλοφορεί πανελλαδικά), που έρχεται να καλύψει η Άγκυρα!

Η τουρκική ενέργεια προκάλεσε την ισραηλινή αντίδραση, η οποία σύντομα αναμένεται να λάβει πιο σαφή μορφή, διότι παρεμποδίστηκε ένα έργο που αφορά τα συμφέροντα του εβραϊκού κράτους και διέρχεται μέσω της ελληνικής ΑΟΖ. Ωστόσο πρέπει να επισημανθούν τρία σημεία:

Α. Η τουρκική αντίδραση δεν πραγματοποιήθηκε μέσω της αποστολής σκάφους της Ακτοφυλακής αλλά του Τουρκικού Ναυτικού, το οποίο μάλιστα φαίνεται ότι περιπολεί βάσει σχεδίου στην περιοχή της ελληνικής ΑΟΖ με αποστολή να αποτρέψει οποιαδήποτε ενέργεια ξένης δύναμης / εταιρείας, η οποία δεν θα έχει λάβει την άδεια από την Άγκυρα. Συνεπώς η Τουρκία προετοιμάζεται για όλα τα ενδεχόμενα και έχει προσδιορίσει κανόνες εμπλοκής.

Β. Η ελληνική πλευρά υπέστη την πρώτη της ήττα στον πόλεμο της ΑΟΖ καθότι η τουρκική κορβέτα όχι μόνο προσδιόρισε το εύρος της τουρκικής διεκδίκησης δίνοντας το στίγμα (!) γεωγραφικού μήκους 32ο 16΄18’’ δυτικά του οποίου (ανοικτά των κυπριακών ακτών) η Τουρκία έχει νόμιμα δικαιώματα, αλλά κατέστησε άμεσα σαφές προς την Ελλάδα, την Κύπρο και ειδικά το Ισραήλ, ότι δεν υφίσταται συνέχεια των μεταξύ του ΑΟΖ, «εξουδετερώνοντας το φρούριο» του Καστελόριζου.

Γ. Αποτελεί παράδοξο το γεγονός της αναφοράς – σύμφωνα με τις μέχρι στιγμής πληροφορίες – των τουρκικών στρατιωτικών αρχών σε ύπαρξη τουρκικής ΑΟΖ στην Ανατολική Μεσόγειο, ενώ είναι γνωστό ότι η Άγκυρα δεν έχει υπογράψει τη Συνθήκη του Μοντέγκο Μπέι (1982, ενεργοποιήθηκε μετά τη συλλογή των προβλεπόμενων κυρώσεων στις αρχές της δεκαετίας του 1990) και συνεπώς δεν αναγνωρίζει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτή (εξαίρεση αποτελεί ο καθορισμός ΑΟΖ στην κλειστή Μαύρη Θάλασσα).

Η εμπλοκή συνιστά επιβεβαίωση του «κρυφού casus belli» που έχει γνωστοποιηθεί στη χώρα μας και είναι συνέχεια της δήλωσης Νταβούτογλου περί τοποθέτησης του Καστελορίζου στην Μεσόγειο. Η επιθετική αυτή ενέργεια έρχεται να απαντήσει σε ισραηλινές δηλώσεις περί ελληνικής ΑΟΖ, η οποία εσφαλμένα δεν ανακηρύσσεται. Πιθανόν η Άγκυρα να σκέφτεται σοβαρά να προχωρήσει και σε ανακήρυξη ΑΟΖ, σταθμίζοντας τα υπέρ και τα κατά που θα προκύψουν από μια τέτοια απόφαση.

Συμπερασματικά, θα πρέπει να αναμένονται τις επόμενες εβδομάδες νέες κινήσεις στο μέτωπο της ΑΟΖ, όπου η ισραηλινή εμπλοκή αναμένεται να είναι πολύ πιο συγκεκριμένη διότι επηρεάζονται πλέον ανοικτά και ισραηλινά συμφέροντα. Σε Αθήνα, Λευκωσία, Τελ Αβίβ και φυσικά στην Ουάσιγκτον γνωρίζουν ότι η τουρκική ενέργεια αποτελεί προοίμιο πρόκλησης προσχεδιασμένη κρίσης στην ανατολική Μεσόγειο, με σκοπό να διαπιστωθεί η «αντοχή» του πιο αδύναμου κρίκου της αλυσίδας, που είναι χωρίς αμφιβολία η Ελλάδα…


Άρθρο-παρέμβαση Βασίλειου Μαρκεζίνη: “Άμεση απομάκρυνση του κ. Δρούτσα”

Με ένα βαρυσήμαντο άρθρο του στο περιοδικό Επίκαιρα, ο ακαδημαϊκός sir Βασίλειος Μαρκεζίνης καταθέτει την άποψή του για τα λάθη της ηγεσίας της ελληνικής διπλωματίας. Ποιες είναι οι ευθύνες του Έλληνα υπουργού Εξωτερικών Δ. Δρούτσα; Πόσο άλλαξε η εικόνα των υποτιθέμενων «φίλων» μας στο εξωτερικό για την Ελλάδα μετά τη Σύνοδο Κορυφής; Πόσο μπορεί να στοιχίσει στην Ελλάδα η έλλειψη συντονισμού και συνεννόησης της κυβέρνησης;Ολόκληρο το άρθρο-παρέμβαση, στα Επίκαιρα που κυκλοφορούν αυτή την εβδομάδα έχει ως εξής:

Όταν, πριν από έναν και πλέον χρόνο, στην ΕΤ1, εκφράζαμε ανησυχίες και προειδοποιήσεις για το Καστελόριζο, κανείς δεν έδωσε σημασία.
Όταν, τον περασμένο Οκτώβριο, στην ΕΤ3, προειδοποιούσαμε για τις τουρκικές αξιώσεις να αποκλειστεί το Καστελόριζο από τις τρέχουσες διαπραγματεύσεις για το Αιγαίο, οι περισσότεροι, και πάλι, μας αγνόησαν.

Λίγο πρωτύτερα, τον ίδιο μήνα, ενώπιον ενός κοινού 2.500 ατόμων στο ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρετανία», διατυπώσαμε σοβαρές προειδοποιήσεις για τους κινδύνους που υποβόσκουν στη Θράκη. Αυτή τη φορά, οι προειδοποιήσεις μας εισακούστηκαν και αναπαρήχθησαν από πολυάριθμα ιστολόγια.

Σε ομιλία στην Κρήτη, αλλά και από τις σελίδες της Ναυτεμπορικής, προειδοποιήσαμε επίσης για την επιδεινούμενη κατάσταση της ελληνικής οικονομίας, η οποία, όπως είπαμε –σε μια εποχή όπου η κυβέρνηση προέβλεπε επάνοδο της χώρας μας στις αγορές εντός του 2011 και διατεινόταν ότι είχε υλοποιήσει «κατά 100%» τα όσα είχε αναλάβει να κάνει–, «δεν έχει πιάσει ακόμη πάτο». Προς επίρρωση, μάλιστα, των κυβερνητικών ισχυρισμών, επακολούθησε η δημοσίευση μακράς σειράς δηλώσεων από τους Ευρωπαίους εταίρους, οι οποίοι επαινούσαν τις προσπάθειές της Ελλάδας.
Μετά από έξι μήνες ερωτώ ποιος είχε δίκιο;

Όταν επισημάναμε, τόσο σε ομιλία στη Θεσσαλονίκη όσο και σε ανοιχτή επιστολή προς τον Τύπο, τους κινδύνους που ενέχει η μη διακήρυξη της ελληνικής ΑΟΖ, ως αναγνωρισμένου δικαιώματός μας, οι απόψεις μας έγιναν αντικείμενο μιας πρωτοφανούς εκστρατείας δυσφήμησης από την πλευρά της ομάδας κρατικοδίαιτων πανεπιστημιακών που στηρίζει το υπουργείο Εξωτερικών.

Παρ’ όλα αυτά, τη σταυροφορία μας ήλθαν να την ενισχύσουν οι επιστολές που συνεχίζουμε να λαμβάνουμε καθημερινά από εκατοντάδες συμπατριώτες μας.

Σήμερα, η άκαιρη, ανοργάνωτη και καταφανώς ζημιογόνα επίσκεψη του κ. Νταβούτογλου στην Αθήνα και τη Θράκη έρχεται απλώς να επιβεβαιώσει τους χειρότερους φόβους μας.

Ποτέ δεν σταματήσαμε να εκθειάζουμε την επιστημονική εμβρίθεια του κ. Νταβούτογλου, επισύροντας μάλιστα αρκετές επικρίσεις γι’ αυτή τη στάση μας. Εξάλλου, ούτε προτιθέμεθα να βάλλουμε εναντίον του ούτε και να απομακρυνθούμε –έστω και κατ’ ελάχιστον– από τη μακρόχρονη πεποίθησή μας, ότι η χώρα μας πρέπει να αναπτύξει και να διατηρήσει φιλικές σχέσεις με την Τουρκία. Ερχόμενος στην Ελλάδα, ο κ. Νταβούτογλου έκανε πράγματι το καθήκον του∙ πλην όμως κατά τον πλέον άκομψο δείχνοντας του είδους την αυτοπεποίθηση που αισθάνεται όποιος μιλάει σε κατώτερο!

Από την άλλη πλευρά:
Κατηγορούμε τον Έλληνα υπουργό Εξωτερικών και τους συμβούλους του για την άκαιρη πραγματοποίηση αυτής της επίσκεψης.
Κατηγορούμε τον Έλληνα υπουργό Εξωτερικών, διότι δεν απάντησε, ως όφειλε, στην προκλητική επιχειρηματολογία του κ. Νταβούτογλου ή την έντεχνα επιδειχθείσα υπεροψία που επέδειξε ο Τούρκος υπουργός δημοσίως (αλλά και στο ιδιωτικό του σεμινάριο με τους φίλους του πανεπιστημιακούς), όλα αυτά καθ’ ον χρόνο βρισκόταν σε ελληνικό έδαφος.
Υπενθυμίζουμε, λοιπόν, στους συμπατριώτες μας ότι η επίσκεψη Νταβούτογλου απέδειξε περίτρανα όλα όσα έχουμε πει για τις πραγματικές προθέσεις της Τουρκίας και την απολύτως ανεξήγητη ελληνική αδράνεια, την οποία η κυβέρνησή μας επιμένει να περιβάλλει με το μανδύα της αναγκαίας διπλωματικής μυστικότητας.

Αναφορικά με την πρόσφατη συνέντευξη του κ. Ντομινίκ Στρος-Καν, τονίζουμε ότι και αυτή επιβεβαιώνει την άποψή μας ότι οι υποτιθέμενοι «φίλοι» μας στο εξωτερικό έχουν αρχίσει να απαυδούν με εμάς, τους Έλληνες, να μας θεωρούν ανειλικρινείς και ανίκανους, ενώ είναι επίσης προφανές πως δεν θα διστάσουν να μας «αδειάσουν» αμέσως μόλις διασφαλίσουν τα δικά τους οικονομικά συμφέροντα, για τα οποία και μόνον ενδιαφέρονται.

Οι ανωτέρω σκέψεις ουδόλως αλλάζουν εξαιτίας της οργανωμένης θριαμβολογίας μετά τις Βρυξέλλες, μερικές ημέρες μετά την εξίσου ενορχηστρωμένη απαισιοδοξία της προηγούμενης εβδομάδας.

Ο κυνισμός μας δικαιολογείται από τα ακόλουθα γεγονότα: α) Κατά το παρελθόν, πολυάριθμες κυβερνητικές δηλώσεις ή προβλέψεις αποδείχθηκαν εσφαλμένες ή αναληθείς· γιατί τώρα πρέπει να τους πιστέψουμε; β) Δύο από τα αναγγελθέντα μέτρα αναμένονταν, ενώ το τρίτο παραμένει αδιευκρίνιστο. γ) Παραμένουν ως υποχρεώσεις οι προγραμματισμένες ιδιωτικοποιήσεις και εκποιήσεις δημόσιας περιουσίας (με την κωμική προσθήκη ότι αποφασίζονται από εμάς και δεν επιβάλλονται από τους «φίλους» μας). δ) Ουδείς λόγος γίνεται για τα βαρύτατα μέτρα που θα ακολουθήσουν, είτε αυτά ονομαστούν «νέα» είτε θεωρηθούν ως «ήδη επιβληθέντα» αλλά μη εφαρμοσθέντα.

Θα τα αντέξει όλα αυτά το (παλιό ή και νέο) ΠΑΣΟΚ; Θα τα δεχθεί ο κόσμος χωρίς να βγει στους δρόμους; Παρά την τελειοποιημένη επικοινωνιακή του πολιτική, θα βελτιωθούν άραγε οι προοπτικές του κυβερνώντος κόμματος, έστω και με τον αναμενόμενο κυβερνητικό ανασχηματισμό, που μπορεί να μετατρέψει συμβούλους σε υπουργούς ή να περιθωριοποιήσει άλλους;

Ο χρόνος μόνο θα δείξει πόσο θα διαρκέσουν η τεχνητή ευφορία και ο αντίκτυπος των δημοσιευμένων φιλοφρονήσεων (σε αντίθεση με την εν κρυπτώ εκφραζόμενη κακογλωσσιά, στην οποία επιδίδονται και οι δύο πλευρές).
Δεν μπορούμε, λοιπόν, παρά να κλείσουμε τις παρατηρήσεις μας επαναλαμβάνοντας τις προβλέψεις μας: η συλλογική έλλειψη συνεννόησης και η αποδιοργάνωση της κυβέρνησης και το μη λειτουργούν κράτος μάς οδηγούν ταχύτατα σε ακόμη μεγαλύτερες οικονομικές καταστροφές, καθώς και στον εντεινόμενο κίνδυνο η εντεινόμενη οικονομική κακουχία να μεταλλαχθεί σε σοβαρή κοινωνική αναταραχή, την οποία κανένας πολίτης, έστω και ελάχιστα νοήμων, επιθυμεί, αλλά και την οποία όλοι οι διορατικοί Έλληνες βλέπουν αναπόφευκτα να πλησιάζει. Ας το πάρουμε, λοιπόν, απόφαση:
Οι θεοί της Ελλάδας μάς έχουν εγκαταλείψει.
Για να κατευναστούν, θα χρειαστούν «ανθρωποθυσίες».

Και το καταλληλότερο σημείο για να ξεκινήσουμε είναι το υπουργείο Εξωτερικών – απομακρύνοντας πάραυτα τον προϊστάμενό του, προτού αυτός, μαζί με τους πανεπιστημιακούς παρατρεχάμενούς του, μπορέσουν να μας βυθίσουν ακόμη περισσότερο στην καταστροφή, καθώς θα αναπτύσσουν το από καιρό διακηρυσσόμενο «νέο δόγμα» τους περί ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Έλεος!

Χωρίς απώτερες επιδιώξεις, χωρίς βλέψεις αλλά και χωρίς καμία διάθεση συγκατάβασης, ελπίζουμε ειλικρινά ότι οι απλοί Έλληνες πολίτες –περιλαμβανομένων των εκφοβισμένων αλλά και αδρανών μεσαίων τάξεων– θα αφυπνιστούν επιτέλους και θα ανταποκριθούν στις επαναλαμβανόμενες εκκλήσεις μας, ώστε να ανακοπεί η πτώση που πλήττει όλες τις όψεις του δημόσιου βίου μας.

Έχει έλθει η στιγμή να απαλλαγούμε οριστικά από αυτή την καταστροφικά διχασμένη ομάδα πολιτικών που μας έχει βυθίσει σε κάτι χειρότερο από τα… «σ…ά» του Στρος-Καν: στην εθνική και τη διεθνή ταπείνωση, τη συρρίκνωση και την εκμηδένιση!

Strategy Report